Ο ΚΑΛΟΣ ΠΟΛΙΤΗΣ
Ο Βάρναλης μάλλον άρεσε. Στο συμπέρασμα αυτό κατέληξα από τα २-३ σχόλια που άφησε το πολυπληθές... αναγνωτικό μου κοινό, γι' αυτό και σήμερα συνεχίζω ακάθεκτος πάλι με Βάρναλη.
Σαν ήρθε η ώρα να πεθάνω,
έλα κοντά μου, Μπαρμπαθάνο.
Δώσε μου πρώτα ένα ποτήρι,
ξέχειλο κι είναι το στερνό,
άνοιξε και το παραθύρι
να μπει το φως το βραδινό.
Και μην αρχέψεις φασαρία
και μου ταράξεις το παιδί
και την καημένη τη Μαρία,
που φως ηλιού δεν έχει δει.
Του πλυσταριού την κλειούν οι τοίχοι,
να ξενοπλένει και να βήχει.
Για να πλερώσεις τους παπάδες,
κάνε το γάιδαρο παράδες,
καρέκλες, μπαντανίες ξεπούλα
κι απέ τη χήρα (πώς πονώ)
βάντην σε πλούσιο σπίτι δούλα,
δος και το Λάμπη για ορφανό.
Κι άμα θα φτάσω με πολλά,
μεγάλα σάλτα μακρουλά
στον έφτατο ουρανό επάνω,
θα κάνω τούμπες εκατό
στο ουρανών το δυνατό,
το βασιλιά και το σουλτάνο.
Ώ! Τι λουλούδια στις βραγιές
και τι πουλιά μπουκλάτα!
Εγώ είμαι ο Νικολός. Σταμάτα!
Το παρατσούκλι μου Τζογές.
Είχα συμπέθερο το Ρίζο
κι είχα το γάιδαρο το γκρίζο.
Πάγαινα πάσα Κυριακή
και πάσα μέρα σχόλη
στον Άη Μηνά για προσευχή
και με το σούρουπο όλοι
σμίγαμε πάνω στο πατάρι
να τσούξουμε το γιοματάρι.
Κάποτε τράβηξα το λάζο
με το μανίκι το γαλάζο
να μαχαιρώσω το Τζανή
τον άντρα της Κωσταντινιάς,
μα σκόνταψα σ’ ένα σκαμνί
κι έτσι δεν έγινα φονιάς.
Βαριάν εσήκωσα τη χέρα
από θυμό μαζί και γούστο
κι έδειρα τη Μαριώ μια μέρα,
γιατί ‘θελε καινούριο μπούστο.
Την έδερνα πολλές φορές,
να με φοβάται καθώς λες.
Και τι δεν έπραξα καλά!
Μια νύχτα βρήκα ένα βερέμη
μες την κατώγα μου να τρέμει,
να κλαίει και να παρακαλά.
Ήταν φονιάς. Τον πήγα στο Τμήμα
για να μην έχω εγώ το κρίμα.
Κάποτε ήρθε μες τα λούσα,
τις πούδρες και τις μυρωδιές
στη γειτονιά μια κωλοσούσα.
Τι ντόρος ούλες τις βραδιές!
Πριν να μας κάψει η Αφροδίτη,
φωτιά της έβαλα το σπίτι.
Όντας με πήρανε στρατιώτη
στον πόλεμο τον τελευταίο
καθάρισα πεντ’ έξι αιχμαλώτοι.
Κι άμα κανείς (εγώ δεν φταίω!)
γκρίνιαζ’ ενάντια του πολέμου
τον έστελνα μουσκέτο Θέ μου.
Κι αν αρρωστούσα κι αν πεινούσα,
πλούσιον και αφέντη προσκυνούσα
(το θέλημά σου σεβαστό).
Και τώρα, πόχω πια πεθάνει,
του Παραδείσου που μου κάνει,
άνοιχ’ την πόρτα, δε βαστώ.

4 σχόλια:
Πολύ ωραία και πάλι η επιλογή σου anevlavi μου... Μέσα από τη σάτιρα, κατακρίνονται τα αρνητικά στοιχεία του υποτιθέμενου "καλού πολίτη". Νομίζω πως και στις μέρες μας υπάρχουν αρκετοί τέτοιοι "καλοί πολίτες".
ευχαριστώ για τα καλά σου λόγια.
Όχι μόνο υπάρχουν και σήμερα τέτοιοι καλοί πολίτες, μάλλον αποτελούμε τη συντριπτική πλειοψηφία.
Α! ρε ανεβλαβή! όλο βλάβες προκαλείς!
Σας αρέσει, δε σας αρέσει, Υδάτη μου , εγώ εκεί κολλημένος με το Βάρναλη, λόγω ανηκέστου βλάβης του εγκεφάλου μου
Δημοσίευση σχολίου
Εγγραφή σε Σχόλια ανάρτησης [Atom]
<< Αρχική σελίδα