Τετάρτη 24 Δεκεμβρίου 2008

ΜΑΡΑΜΠΟΥ

Λένε για μένα οι ναυτικοί που εζήσαμε μαζί
πως είμαι κακοτράχαλο τομάρι διεστραμμένο,
πως τις γυναίκες μ' ένα τρόπον ύπουλο μισώ
κι ότι μ' αυτές να κοιμηθώ ποτέ μου δεν πηγαίνω.

Ακόμα, λένε πως τραβώ χασίσι και κοκό
πως κάποιο πάθος με κρατεί φριχτό και σιχαμένο,
κι ολόκληρο έχω το κορμί με ζωγραφιές αισχρές,
σιχαμερά παράξενες, βαθιά στιγμαατισμένο.

Ακόμα, λένε πράματα φριχτά παρά πολύ,
που είν' όμως ψέματα χοντρά και κατασκευασμένα,
κι αυτό που εστοίχισε σε με πληγές θανατερές
κανείς δεν το 'μαθε ποτέ, γιατί δεν το 'πα σε κανένα.

Μ' απόψε, τώρα που έπεσεν η τροπική βραδιά,
και φεύγουν προς τα δυτικά των Μαραμπού τα σμήνη,
κάτι με σπρώχνει επίμονα να γράψω σε χαρτί,
εκείνο, που παντοτινή κρυφή πληγή μου εγίνη.

Ήμουνα τότε δόκιμος σ'ένα λαμπρό ποστάλ
και ταξιδεύαμε Αίγυπτο γραμμή Νότιο Γαλλία.
Τότε τη γνώρισα - σαν άνθος έμοιαζε αλπικό -
και μια στενή μας έδεσεν αδελφική φιλία.

Αριστοκρατική, λεπτή και μελαγχολική,
κόρη ενός πλούσιου Αιγύπτιου οπού 'χε αυτοκτονήσει,
ταξίδευε τη λύπη της σε χώρες μακρινές,
μήπως εκεί γινότανε να τήνε λησμονήσει.

Πάντα σχεδόν της Μπασκιρτσέφ κρατούσε το Ζουρνάλ,
και την Αγία της Άβιλας παράφορα αγαπούσε,
συχνά στίχους απάγγελνε θλιμμένους γαλλικούς,
κι ώρες πολλές προς τη γαλάζιαν έκταση εκοιτούσε.

Κι εγώ, που μόνον εταιρών εγνώριζα κορμιά,
κι είχα μιαν άβουλη ψυχή δαρμένη απ' τα πελάη,
μπροστά της εξανάβρισκα την παιδική χαρά
και, σαν προφήτη, εκστατικός την άκουα να μιλάει.

Ένα μικρό της πέρασα σταυρόν απ' το λαιμό
κι εκείνη ένα μου χάρισε μεγάλο πορτοφόλι
κι ήμουν ο πιο δυστυχισμένος άνθρωπος της γης,
όταν εφθάσαμε σ' αυτήν που θα 'φευγε την πόλη.

Την εσκεφτόμουνα πολλές φορές στα φορτηγά,
ως ένα παραστάτη μου κι άγγελο φύλακά μου,
και μια φωτογραφία της στην πλώρη ήταν για με
όαση, που ένας συναντά μεσ' στην καρδιά της Άμμου.

Νομίζω πως θε να 'πρεπε να σταματήσω εδώ.
Τρέμει το χέρι μου, ο θερμός αγέρας με φλογίζει.
Κάτι άνθη εξαίσια τροπικά του ποταμού βρωμούν,
κι ένα βλακώδες Μαραμπού παράμερα γρυλίζει.

Θα προχωρήσω!... Μια βραδιά σε πόρτο ξενικό
είχα μεθύσει τρομερά με ουίσκυ, τζιν και μπύρα,
και κατά τα μεσάνυχτα, τρικλίζοντας βαριά,
το δρόμο προς τα βρωμερά, χαμένα σπίτια επήρα.

Αισχρές γυναίκες τράβαγαν εκεί τους ναυτικούς,
κάποια μ' άρπαξ' απότομα, γελώντας, το καπέλο
(παλιά συνήθεια γαλλική του δρόμου των πορνών)
κι εγώ την ακολούθησα σχεδόν χωρίς να θέλω.

Μια κάμαρα στενή, μικρή, σαν όλες βρωμερή,
οι ασβέστες απ' τους τοίχους της επέφτανε κομμάτια,
κι αυτή ράκος ανθρώπινο που εμίλαγε βραχνά,
με σκοτεινά, παράξενα, δαιμονισμένα μάτια.

Της είπα κι έσβησε το φως. Επέσαμε μαζί.
Τα δάχτυλά μου καθαρά μέτρααν τα κόκαλά της.
Βρωμούσε αψέντι. Εξύπνησα, ως λένε οι ποιητές
«μόλις εσκόρπιζεν η αυγή τα ροδοπέταλά της».

Όταν την είδα και στο φως τα' αχνό το πρωινό,
μου φάνηκε λυπητερή, μα κολασμένη τόσο,
που μ' ένα δέος αλλόκοτο, σαν να 'χα φοβηθεί,
το προτοφόλι μου έβγαλα γοργά να την πληρώσω.

Δώδεκα φράγκα γαλλικά... Μα έβγαλε μια φωνή,
κι είδα μια εμένα να κοιτά με μάτι αγριεμένο,
και μια το πορτοφόλι μου... Μ' απόμεινα κι εγώ
έναν σταυρό απάνω της σαν είδα κρεμασμένο.

Ξεχνώντας το καπέλο μου βγήκα σαν τον τρελό,
σαν τον τρελό που αδιάκοπα τρικλίζει και χαζεύει,
φέρνοντας μέσα στο αίμα μου μια αρρώστια τρομερή,
που ακόμα βασανιστικά το σώμα μου παιδεύει.

Λένε για μένα οι ναυτικοί που εκάμαμε μαζί
πως χρόνια τώρα με γυναίκα εγώ δεν έχω πέσει,
πως είμαι παλιοττόμαρο και πως τραβάω κοκό,
μ' αν ήξερα οι δύστυχοι, θα μ' είχαν συχωρέσει...

Το χέρι τρέμει... Ο πυρετός... Ξεχάστηκα πολύ
ασάλευτο ένα Μαραμπού στην όχθη να κοιτάζω.
Κι έτσι καθώς επίμονα κι εκείνο με κοιτά,
νομίζω πως στη μοναξιά και στη βλακεία του μοιάζω...

Νίκος Καβαδίας (1910-1975)

Σάββατο 20 Δεκεμβρίου 2008

Ο ΒΟΡΙΑΣ ΠΟΥ Τ' ΑΡΝΑΚΙΑ ΠΑΓΩΝΕΙ

Ήτον νύχτα, εις την στέγη εβογκούσε
ο βοριάς και ψιλό έπεφτε χιόνι.
Τι μεγάλο κακό να εμηνούσε
ο βοριάς που τ΄ αρνάκια παγώνει;

Μες στο σπίτι μια χαροκαμένη,
μια μητέρα από πόνους γεμάτη,
στου παιδιού της την κούνια σκυμμένη
δέκα νύχτες δεν έκλεινε μάτι.

Είχε τρία παιδιά πεθαμένα,
αγγελούδια, λευκά σαν τον κρίνο,
κι ένα μόνον της έμεινεν, ένα
και στον τάφο κοντά ήτον κι εκείνο.

Το παιδί της με κλάμα εβογκούσε
ως να εζήταε το δόλιο βοήθεια,
κι΄ η μητέρα σιμά του εθρηνούσε
με λαχτάρα χτυπώντας τα στήθια.

Τα γογγύσματα εκείνα κι΄ οι θρήνοι
επληγώναν βαθιά την ψυχή μου.
Σύντροφός μου η ταλαίπωρη εκείνη,
αχ, και το άρρωστο ήτον παιδί μου.

Στου σπιτιού μου τη στέγη εβογκούσε
ο βοριάς, και ψιλό έπεφτε χιόνι.
Αχ, μεγάλο κακό μου εμηνούσε
ο βοριάς που τ΄ αρνάκια παγώνει.

Τον γιατρό καθώς είδε, εσηκώθη
σαν τρελλή. Όλοι γύρω εσωπαίναν
φλογεροί της ψυχής της οι πόθοι
με τα λόγι΄ απ΄ το στόμα της βγαίναν.

Ω! κακό που μ΄ εβρήκε μεγάλο!
Το παιδί μου, γιατρέ, το παιδί μου...
Ένα το ΄χω, δεν μ΄ έμεινεν άλλο
σώσε μου το και πάρ΄ την ψυχή μου.

Κι΄ ο γιατρός με τα μάτια σκυμμένα
πολλήν ώρα δεν άνοιξε στόμα.
Τέλος πάντων -αχ, λόγια, χαμένα,
μη φοβάσαι, της είπεν, ακόμα.

Κι΄ εκαμώθη πως θέλει να σκύψει
στο παιδί, και να ιδή το σφυγμό του.
Ένα δάκρυ επροσπάθαε να κρύψει
που κατέβ΄ εις τ΄ ωχρό πρόσωπό του.

Στου σπιτιού μας τη στέγη εβογκούσε
ο βοριάς και ψιλό έπεφτε χιόνι.
Αχ! μεγάλο κακό μας μηνούσε
ο βοριάς που τ΄ αρνάκια παγώνει.

Η μητέρα ποτέ δακρυσμένο
του γιατρού να μη νιώσει το μάτι,
όταν έχει βαριά ξαπλωμένο
το παιδί της σε πόνου κρεβάτι.

Γεώργιος Ζαλοκώστας (1805-1858)

Μια και έσφιξαν τα κρύα, είπα να κάνω μια ανάρτηση να ταιριάζει με το κλίμα της εποχής. Νομίζω παράλληλα ότι είναι και ένα βαθιά συναισθηματικό ποίημα, που οι παλιότεροι θα το γνωρίζουν επειδή περιλαμβάνονταν και στα σχολικά εγχειρίδια.

Τρίτη 16 Δεκεμβρίου 2008

ΘΥΣΙΑ

Το μυτερό σου το σκουφί,
Μίδ' απ' την άτριχη κορφή
πέτα κάτω
και φέρε απ' το χλωρό τ' αχούρι
το διχρονίτικο γαϊδούρι
το βαρβάτο!

Που λάμπ' η πέτσα του γιαλί
και κανείς δεν το καβαλλεί
και τη νιότη
την απερνάει στα πισινά του
ολόρθο, κ' είναι τ' αχαμνά του
όλο αξιότη!

Φέρτο στη μέση τ' αλωνιού
και στο ριζό του πλατανιού
ρίχτο χάμου,
είνα' η σειρά του να δοξάσει
τους γόνιμους θεούς, να πιάσ' η
προσφορά του!

'Πόψε παντρεύομαι, γι' αυτό
σου άξιζε τέτιο ένα σφαχτό
κοτσονάτο,
εσένα, Πρίαπε, ασκημομούρη,
πούσαι κι' εσύ σαν το γαϊδούρι,
το βαρβάτο!


Βάρναλης τέλος. Ήδη έχει γίνει κατάχρηση, έλα όμως που δεν μπορώ να αντισταθώ στις ικεσίες!!! και τα παρακάλια!!! των χιλιάδων!!! αναγνωστών μου. Τώρα πλέον πάρτε το απόφαση. Τελευταίο και αμετάκλητο.

Σάββατο 13 Δεκεμβρίου 2008

Η ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΟΥ ΚΥΡ ΜΕΝΤΙΟΥ

Δε λυγάνε τα ξεράδια
και πονάνε τα ρημάδια!
Κούτσα μια και κούτσα δυο
της ζωής το ρημαδιό!

Mεροδούλι, ξενοδούλι!
Δέρναν ούλοι: αφέντες, δούλοι,
ούλοι: δούλοι, αφεντικό
και μ' φήναν νηστικό.

Tα παιδιά, τα καλοπαίδια,
παραβγαίνανε στην παίδεια
με κοτρόνια στα ψαχνά,
φούχτες μύγα στ' αχαμνά!

Aνωχώρι, Κατωχώρι,
ανηφόρι, κατηφόρι,
και με κάμα και βροχή,
ώσπου μου 'βγαινε η ψυχή.

Eίκοσι χρονώ γομάρι
σήκωσα όλο το νταμάρι
κι' έχτισα, στην εμπασιά
του χωριού, την εκκλησιά.

Kαι ζευγάρι με το βόδι
(άλλο μπόι κι' άλλο πόδι)
όργωνα στα ρέματα
τ' αφεντός τα στρέμματα.

Kαι στον πόλεμ' "όλα για όλα"
κουβαλούσα πολυβόλα
να σκοτώνωνται οι λαοί
για τ' αφέντη το φαϊ.

Kαι γι' αυτόνε τον ερίφη
εκουβάλησα τη νύφη
και την προίκα της βουνό,
την τιμή της ουρανό!

Aλλά εμένα σε μια σφήνα
μ' έδεναν το Μαη το μήνα
στο χωράφι το γυμνό
να γκαρίζω, να θρηνώ.

Kι' ο παπάς με την κοιλιά του
μ' έπαιρνε για τη δουλειά του
και μου μίλαε κουνιστός:
"Σε καβάλησε ο Χριστός!

Δούλευε για να στουμπώσει
όλ' η Χώρα κι' οι καμπόσοι.
Μη ρωτάς το πώς και τί,
να ζητάς την αρετή!

-Δε βαστάω! Θα πέσω κάπου!
-Ντράπου! Τις προγόνοι ντράπου!
-Αντραλίζομαι!... Πεινώ!...
-Σούτ! θα φας στον ουρανό!"

Kι' έλεα: όταν μιαν ημέρα
παρασφίξουνε τα γέρα,
θα ξεκουραστώ κι' εγώ,
του θεού τ' αβασταγό!

Kι' όταν ένα καλό βράδυ
θα τελειώσει μου το λάδι
κι' αμολήσω την πνοή
(ένα πουφ είν' η ζωή).

H ψυχή μου θε να δράμη
στη ζεστή αγκαλιά τ' Αβράμη,
τ' άσπρα, τ' αχερένια του
να φιλάει τα γένια του!

Γέρασα κι' ως δε φελούσα
κι' αχαϊρευτος κυλούσα,
με πετάξανε μακριά
να με φάνε τα θεριά.

Kωλοσούρθηκα και βρίσκω
στη σπηλιά τον Αι-Φραγκίσκο:
"Χαίρε φως αληθινόν
και προστάτη των κτηνών!

Σώσ' το γέρο τον κύρ Μέντη
απ' την αδικιά τ' αφέντη,
συ που δίδαξες αρνί
τον κύρ λύκο να γενή!

Tο σκληρόν αφέντη κάνε
από λύκο άνθρωπο κάνε!...
"Μα με την κουβέντα αυτή
πόρτα μου 'κλεισε κι' αυτί.

Tότενες το μαύρο φίδι
το διπλό του το γλωσσίδι
πίσω από την αστοιβιά
βγάζει και κουνάει με βιά।

"Φως ζητάνε τα χαϊβάνια
κι' οι ραγιάδες απ' τα ουράνια,
μα θεοί κι' όξαποδώ
κει δεν είναι παρά δώ.

Aν το δίκιο θες, καλέ μου,
με το δίκιο του πολέμου
θα το βρης। Οπου ποθεί
λευτεριά, παίρνει σπαθί.

Mη χτυπάς τον αδερφό σου
τον αφέντη τον κουφό σου!
Και στον ίδρο το δικό
γίνε συ τ' αφεντικό.

Χάιντε θύμα, χάιντε ψώνιο
χάιντε Σύμβολον αιώνιο!
Αν ξυπνήσεις, μονομιάς
θα 'ρτη ανάποδα ο ντουνιάς.

Kοίτα! Οι άλλοι έχουν κινήσει
κι' έχ' η πλάση κοκκινήσει
κι' άλλος ήλιος έχει βγη
σ' άλλη θάλασσ', άλλη γης".

Εδώ κλείνουμε με τον Βαρναλη, εκτός και αν κουκουλοφόροι και πλιατσικολόγοι βγουν στους δρόμους και ασταμάτητα κραυγάζουν και απαιτούν: κι άλλο, κι άλλο...

Πέμπτη 11 Δεκεμβρίου 2008

Ο ΚΑΛΟΣ ΠΟΛΙΤΗΣ

Ο Βάρναλης μάλλον άρεσε. Στο συμπέρασμα αυτό κατέληξα από τα २-३ σχόλια που άφησε το πολυπληθές... αναγνωτικό μου κοινό, γι' αυτό και σήμερα συνεχίζω ακάθεκτος πάλι με Βάρναλη.



Σαν ήρθε η ώρα να πεθάνω,
έλα κοντά μου, Μπαρμπαθάνο.
Δώσε μου πρώτα ένα ποτήρι,
ξέχειλο κι είναι το στερνό,
άνοιξε και το παραθύρι
να μπει το φως το βραδινό.

Και μην αρχέψεις φασαρία
και μου ταράξεις το παιδί
και την καημένη τη Μαρία,
που φως ηλιού δεν έχει δει.
Του πλυσταριού την κλειούν οι τοίχοι,
να ξενοπλένει και να βήχει.

Για να πλερώσεις τους παπάδες,
κάνε το γάιδαρο παράδες,
καρέκλες, μπαντανίες ξεπούλα
κι απέ τη χήρα (πώς πονώ)
βάντην σε πλούσιο σπίτι δούλα,
δος και το Λάμπη για ορφανό.

Κι άμα θα φτάσω με πολλά,
μεγάλα σάλτα μακρουλά
στον έφτατο ουρανό επάνω,
θα κάνω τούμπες εκατό
στο ουρανών το δυνατό,
το βασιλιά και το σουλτάνο.

Ώ! Τι λουλούδια στις βραγιές
και τι πουλιά μπουκλάτα!
Εγώ είμαι ο Νικολός. Σταμάτα!
Το παρατσούκλι μου Τζογές.
Είχα συμπέθερο το Ρίζο
κι είχα το γάιδαρο το γκρίζο.

Πάγαινα πάσα Κυριακή
και πάσα μέρα σχόλη
στον Άη Μηνά για προσευχή
και με το σούρουπο όλοι
σμίγαμε πάνω στο πατάρι
να τσούξουμε το γιοματάρι.

Κάποτε τράβηξα το λάζο
με το μανίκι το γαλάζο
να μαχαιρώσω το Τζανή
τον άντρα της Κωσταντινιάς,
μα σκόνταψα σ’ ένα σκαμνί
κι έτσι δεν έγινα φονιάς.

Βαριάν εσήκωσα τη χέρα
από θυμό μαζί και γούστο
κι έδειρα τη Μαριώ μια μέρα,
γιατί ‘θελε καινούριο μπούστο.
Την έδερνα πολλές φορές,
να με φοβάται καθώς λες.

Και τι δεν έπραξα καλά!
Μια νύχτα βρήκα ένα βερέμη
μες την κατώγα μου να τρέμει,
να κλαίει και να παρακαλά.
Ήταν φονιάς. Τον πήγα στο Τμήμα
για να μην έχω εγώ το κρίμα.

Κάποτε ήρθε μες τα λούσα,
τις πούδρες και τις μυρωδιές
στη γειτονιά μια κωλοσούσα.
Τι ντόρος ούλες τις βραδιές!
Πριν να μας κάψει η Αφροδίτη,
φωτιά της έβαλα το σπίτι.

Όντας με πήρανε στρατιώτη
στον πόλεμο τον τελευταίο
καθάρισα πεντ’ έξι αιχμαλώτοι.
Κι άμα κανείς (εγώ δεν φταίω!)
γκρίνιαζ’ ενάντια του πολέμου
τον έστελνα μουσκέτο Θέ μου.

Κι αν αρρωστούσα κι αν πεινούσα,
πλούσιον και αφέντη προσκυνούσα
(το θέλημά σου σεβαστό).
Και τώρα, πόχω πια πεθάνει,
του Παραδείσου που μου κάνει,
άνοιχ’ την πόρτα, δε βαστώ.

Παρασκευή 5 Δεκεμβρίου 2008

ΟΙ ΜΟΙΡΑΙΟΙ

Μες την υπόγεια την ταβέρνα,
μες σε καπνούς και σε βρισιές
(απάνω στρίγγλιζε η λατέρνα)
όλη η παρέα πίναμε εψές,
εψές σαν όλα τα βραδάκια,
να πάνε κάτω τα φαρμάκια.

Σφιγγόταν ο ένας πλάι στον άλλο
και κάπου εφτυούσε κατά γης.
Ώ! πόσο βάσανο μεγάλο,
το βάσανο είναι της ζωής!
Όσο κι ο νους αν τυραννιέται,
άσπρην ημέρα δε θυμιέται!

(Ήλιε και θάλασσα γαλάζια
και βάθος τάσωτου ουρανού.
Ώ! της αυγής κροκάτη γάζα,
γαρούφαλλα του δειλινού,
λάμπετε, σβήνετε μακριά μας,
χωρίς να μπείτε στην καρδιά μας!)

Του ενού ο πατέρας χρόνια δέκα
παράλυτος, ίδιο στοιχειό.
του άλλου η κοντόμερη γυναίκα
στο σπίτι λυώνει από χτικιό.
Στο Παλαμήδι ο γιος του Μάζη
κι η κόρη του Γιαβή στο Γκάζι.

-Φταίει το ζαβό το ριζικό μας!
-Φταίει ο Θεός που μας μισεί!
-Φταίει το κεφάλι το ξερό μας!
-Φταίει πρώτ' απ' όλα το κρασί!
"Ποιος φταίει; ποιος φταίει;" κανένα στόμα
δεν τόβρε και δεν τόπε ακόμα.

Έτσι στη σκοτεινή ταβέρνα
πίνουμε πάντα μας σκυφτοί,
σαν τα σκουλήκια κάθε φτέρνα,
όπου μας εύρει, μας πατεί:
δειλοί, μοιραίοι κι άβουλοι αντάμα
προσμένουμε, ίσως, κάποιο θάμα!

Κώστας Βάρναλης 1884-1974.

Από τα δημοφιλέστερα ποιήματα του Βάρναλη. Πρωτοδημοσιεύτηκε το 1921, διαδόθηκε από στόμα σε στόμα σε όλα τα κοινωνικά στρώματα και σε όλες τις ιδεολογικές αποχρώσεις.
Παραμένει διαχρονικό και επίκαιρο μέχρι σήμερα. Μελωποιήθηκε από τον Μίκη Θεοδωράκη και τραγουδήθηκε σε πρώτη εκτέλεση από τον Γρ. Μπιθικώτση. Λόγω ελλειπων τεχνικών γνώσεων, αδυνατώ να το αναρτήσω και ως τραγούδι.

Ελεύθερος σχολιασμός.

Δευτέρα 1 Δεκεμβρίου 2008

ΕΠΙΓΡΑΜΜΑΤΑ

Εις ποιητήν οφθαλμολόγον

Μάτια και μάτια εξύμνησες
ως ποιητής με λαύρα,
μα ως γιατρός εστράβωσες
και γαλανά και μαύρα.


Σε αδέξια πιανίστρια

Τόσο πολύ χριστιανικά
κινείς τα δάχτυλά σου
που δε γνωρίζ' η αριστερά
τί ποιεί η δεξιά σου.


Επιτύμβιο παντρεμένου

Εξήντα χρόνια έζησε
το όλον ο καημένος,
τα είκοσι σαν άνθρωπος,
σαράντα παντρεμένος.


Εις γεύμα λογίων

Έλα! Χριστέ και Παναγιά,
τί μεγα θαύμα πούναι!
Να τρων μαζί οι λόγιοι,
χωρίς να φαγωθούνε!


Σε θεατρικό συγγραφέα

Τί κοινόν αλλόκοτον!
Μήπως ξέρουνε τί λένε;
γράφεις δράματα γελούνε,
γράφεις κωμωδίες κλαίνε.


Σε φτωχή κηδεία γιατρού

Σαν πέθανε δε βρέθηκαν
να τον ξεβγάλουν φίλοι.
Όλους ο αθεόφοβος
τους είχε ξαποστείλει.


Ελευθερία

Ελευθερία για το ρωμηό
θα πεί, εάν δε σφάλλω,
να μην ανέχεται ποτέ
κανέναν πιο μγάλο.


Κωνσταντίνος Σκόκος (1855-1929)

Ετικέτες