Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΙΣΤΗ
Εκεί που η μάχη πέρασε
ο έρμος απλώνει κάμπος.
Έρμος κι εκείνος κείτεται
μες του βραδιού το θάμπος.
Μ' ένα βόλι κατάστηθα.
Ο δύστυχος βογγάει,
βυθίζεται, ονειρεύεται,
σιγά παραμιλάει -
της γυναίκας του το όνομα:
"Σύ 'σαι Μάρθα;... η πληγή μου,
μην κλαίς και δε με πόνεσε...
αχ! Μαρθούλα, παιδί μου".
Κοιμήθη. Η νύχτα ζύγωσε
και σα μάνα διπλώνει
το στρατιώτη σε σάβανο
από κατάσπρο χιόνι.
-Κοιμήσου παληκάρι μου!
θα κρύψω το κορμί σου
στα πούπουλα, μην έρθουνε
και σ' έβρουνε. Κοιμήσου!
"Μη 'ρθουν και σε ξυπνήσουνε,
μή σ' έβρουνε και γιάνεις
και μάθεις ποιός αγκάλιαζε
τη Μάρθα και πεθάνεις".
Κ. Καρθαίος (φιλολογικό ψευδώνυμο του Κλ. Λάκωνα) 1878-1955

2 σχόλια:
Ποιος αγκάλιαζε τη Μάρθα οέο; Ωραία επιλογή, δεν το είχα ξαναδιαβάσει. Μπράβο!
Σημασία δεν έχει το "ποιος" αλλά το κοντραστ συναισθημάτων που δημιουργεί ο ποιητής.
Το ένα μέρος αγαπά "άχρι θανάτου" και το άλλο φρντίζει για "τα λίγο πιο κάτω απ' την κοιλιά του".
Δημοσίευση σχολίου
Εγγραφή σε Σχόλια ανάρτησης [Atom]
<< Αρχική σελίδα