Τρίτη 11 Νοεμβρίου 2008

Η ΔΑΣΚΑΛΑ

Πόσες φορές αποτραβιέται,
μονάχη, πέρα απ' τα παιδιά,
και πικραμένη συλλογιέται
όσα της σφίγγουν την καρδιά.
Ώ! τα χρυσά που φύγαν νιάτα,
μ' όνειρα πόσα ήταν γεμάτα!

Προβισμός, υποτροφία,
κάποια της τύχης αλλαγή,
δυο τρία χρόνια υπηρεσία,
κι ένας λεβέντης μιαν αυγή,
που θα την κλειούσε αρχόντισσά του,
στο σπίτι του και στην καρδιά του.

Μά 'ταν φτωχό το σπιτικό της,
και καρτερούσαν να θραφούν
γονιοί κι αδέρφια απ' το μισθό της
και χρέη πολλά να πληρωθούν.
Κι αυτός, μικρός, δεν εξαρκούσε,
κι όλο πιο μπρος τον εξοφλούσε.

Έχει σβηστεί στο πρόσωπό της
κάθε της νιότης ομορφιά.
Κι όσα διδάσκει στο σκολειό της,
δεν τα πιστεύει εκείνη πια.
Κι όλο και γίνεται η δασκάλα
πιο νευρική και πιο ασπρομάλλα.

Αλλες μαθήτριες παντρευτήκαν,
άλλες, παιδάκια, εγίναν νιές.
Από την μνήμη της σβηστήκαν
πόσες εδίδαξε γενιές.
Στη νιότη τους, που ανθεί και δένει,
μετράει τα χρόνια της θλιμένη.

Κι όμως στην έδρα της εκείνη,
για λευτεριά, για δικαιοσύνη,
διδάσκει πάντα και κηρύττει,
με ραγισμένη τη φωνή,
που όλο και βγαίνει πιο βραχνή,
από το χρόνιο φαρυγγίτη.

Σοφία Μαυροειδή - Παπαδάκη (1905- ...). καθηγήτρια.

Το ποίημα αυτό αναφέρεται στη δασκάλα των αρχών του 20ου αιώνα, απόφοιτο παρθεναγωγείου, που δίδασκε κυρίως σε σχολεία θηλέων, έπαιρνε λιγότερο μισθό από τον άνδρα δάσκαλο, που ήταν απόφοιτος διδασκαλείου, και συνήθως μετά το γάμο της αποσύρονταν από την υπηρεσία, γιατί δεν είχε καμία διευκόλυνση να μεγαλώσει τα παιδιά της.

ελεύθερος σχολιασμός.

Κυριακή 9 Νοεμβρίου 2008

ΕΙΔΥΛΛΙΟΝ ΑΝΔΡΟΓΥΝΟΥ

Σαν πρωτογνωριστήκανε,
τί ερωτικό καμίνι!
Μιλούσε εκείνος τρυφερά
και άκουγε εκείνη.

Και σαν αρραβωνιάστηκαν,
τί γλύκα η κάθε φράση!
Μιλούσ' εκείνη κι άκουγε
εκείνος εν εκστάσει.

Μ' αφότου παντρευτήκανε,
ώ βάσανα, ώ πόνοι!
Μιλούνε και οι δυό μαζί
κι ακούνε οι γειτόνοι.

Κων. Σκόκος (1855-1929)

Εδώ αφήνουν σχόλια μόνο οι παντρεμένοι.

Πέμπτη 6 Νοεμβρίου 2008

ΑΘΩΟΙ ΦΟΒΟΙ

ΠΑΙΔΙ: Θέλω τη μάνα.
ΠΑΤΕΡΑΣ: Επέταξε και στ' άστρα πάει να ζήσει.
ΠΑΙΔΙ: Πώς τόσο μάκρος άρρωστη δυνήθηκε να σχίσει;
ΠΑΤΕΡΑΣ: Έχουν φτερούγες οι ψυχές.
ΠΑΙΔΙ: Γιατί δεν τις απλώνει
τότε η δική μας, μην αυτή τρέξει στ' αστέρια μόνη;
ΠΑΤΕΡΑΣ: Δεν είναι μόνη, γύρω της φτεροκοπούν αγγέλοι.
ΠΑΙΔΙ: Αν άγγελό της μ' έλεγε, κοντά της θα με θέλει.
ΠΑΤΕΡΑΣ: Ώ! δίχως κάλεσμα Θεού ψηλά κανείς δεν πάει.
Κοιμήσου τώρα, ησύχασε.
ΠΑΙΔΙ: Και ποιος μου τραγουδάει;
ΠΑΤΕΡΑΣ: Εγώ παιδάκι μου...
ΠΑΙΔΙ: Εσύ κλαις...
ΠΑΤΕΡΑΣ: Όχι σε με απιθώσου:
"ζάχαρη νάναι ο ύπνος σου και μέλι τ' όνειρό σου".
ΠΑΙΔΙ: Νυστάζω. Από το πλάι μου καθόλου μη σπαράξεις,
δος μου το χέρι - σκιάζομαι μήπως και συ πετάξεις!


Μαρκοράς Γεράσιμος (1826-1911).


Αφήστε σε σχόλια τα συναισθήματα που σας προκάλεσε αυτό το ποίημα.

Τρίτη 4 Νοεμβρίου 2008

ΚΑΙ ... ΤΑ ΛΟΙΠΑ

Δροσερή, νταβραντισμένη, λες και ζει για ν' αγαπά!
στο σκολειό έμαθε γλώσσες, κέντημα και ... τα λοιπά.
Μα τι κρίμα που η νιότη άρχισε να της ξεσπά
στην καρδιά και ... τα λοιπά!
κι είχε μέσα στο σκολειό της δάσκαλο έναν παπά,
που της έκανε ερμηνεία, ιερά και ... τα λοιπά.
Κι ο παπάς -κακή της τύχη- ένιωθε να του χτυπά,
οφθαλμών επιθυμία και σαρκός και ... τα λοιπά
κι "εν ταις πονηραίς ημέραις" εκατάντησε ν' αρπά
γένεια του,μαλλιά του, μπράτσα της μικρής και ... τα λοιπά.
Κι επειδή των μαθημάτων ο καιρός ευθύς σκορπά,
πιάσανε κι επαναλήψεις γενικάς και ... τα λοιπά.
Και πηγαίνανε στον όρθρον μοναχοί των χαρωπά,
και άρχιζαν τα "Κύριε ελέησον" κι ύστερα και ... τα λοιπά.
Κι έτσι, λένε, η μικρούλα τη θρησκεία αγαπά,
μόνο για το "Κύριε ελέησον" του παπά και ... τα λοιπά.


Λαίλιος Καρακάσης (1887-1951).

Εσείς, για ποιό λογο νομίζετε ότι αγαπούν οι άνθρωποι τη θρησκεία;

Κυριακή 2 Νοεμβρίου 2008

ΚΑΤΑΡΑ

1ο

Να μη φθάσω, να μη ζήσω,
αν μια μέρα δε μεθύσω
κι αν πεθάνω, να πεθάνω
στο ποτήρι μου επάνω.

Την αμέθυστη ζωή μου
να την έχουν οι εχθροί μου.
Μον' εκείνοι, όσο ζήσουν,
να μη φθάσουν να μεθύσουν.

Όπου Βάκχος δε σφυρίζει
κ' η ποτήρα δεν γυρίζει,
η ζωή τη αληθεία,
είν' αιώνια τυραννία.



2ο

Να μή ζήσω, να μη φθάσω
αν μεθύσω και ξεράσω.
Κι αν πεθάνω, να πεθάνω
στο βιβλίο μου επάνω.

Την ασπούδαστη ζωή μου
να την έχουν οι εχθροί μου.
Μον' εκείνοι όσοι ζήσουν,
απ' τη μέθη να μη γλύσουν.

Όπ' ο Βρόμιος σφυρίζει
κι' η ποτήρα τριγυρίζει,
η ζωή είν' τη αληθεία
αιωνία τυραννία.


Το 1ο ποίημα ανήκει στον Αθ. Χριστόπουλο (1772 - 1847) και το 2ο στον Γεώρ. Σακελάριο (1765 - 1838), που είναι απάντηση στο 1ο.

Με ποιόν είστε; πάρτε θέση.