Δευτέρα 21 Σεπτεμβρίου 2009

ΜΗΝΕΣ ΠΟΛΛΟΥΣ ΕΠΕΡΑΣΑ

Μήνες πολλούς επέρασα μέσα σε υγρές παράγκες
μαζί με τη φτωχολογιά, μ' αρρώστιες και μ' ανάγκες.

Δεν είχε εκείνη η γειτονιά γαρδένιες ή άλλα τέτοια,
πού 'ναι γι' αριστοκρατικό ρουθούνι μαραφέτια.

Λάσπη και βρώμα ήταν εκεί, ψυχές βασανισμένες
πού 'χαν αρχαία ονόματα, Μερόπες, Μελπομένες.

Σε μηχανές εδούλευαν, φορούσαν κάτι τσίτια,
ποιος ξέρει αν τα θυμούντανε τα πατρικά τα σπίτια.

Μια το μικρό της αδερφό νανούριζε στο λίγο
το φως, την άκουγα, η καρδιά δεν μού 'κανε να φύγω.

"Νάνι, μικρό μου κι ορφανό, νάνι, μωρό μου, κάμε
κι άμα ξυπνήσεις το πρωί στην αγορά θα πάμε.

Η μάνα τους εβιάστηκε να ξαπλωθεί στο χώμα
κι αυτή τα δεκατέσσερα δεν τά 'χε κλείσει ακόμα.

(από τη συλλογή: Σιγανή Φωτιά )

Γιώργος Κοτζιούλας (1909- 1956)

Κυριακή 29 Μαρτίου 2009

Παρίσι

"Ξέρω έναν κύριο παράξενο πολύ
που λόγια πάντα αλλόκοτα μιλεί
για το Παρίσι
στην συντροφιά μας όταν έρθει να καθίσει.
Λένε γι' αυτόν
πως από τα μαθητικά του χρόνια είχεν ορίσει,
μοναδικό
μες στη ζωή του ιδανικό
να πάει στο Παρίσι.
Χρόνια και χρόνια τον μεθούσε
τ' ονειρεμένο αυτό ταξίδι
που ποθούσε.
Παντού για 'κείνο συζητούσε
μες στα όνειρά του αυτό θωρούσε
τόσο, που ο πόθος του με τον καιρό
του 'γινε μες στην ύπαρξή του ένα στολίδι
λαμπερό.

Να πάει στο Παρίσι...
Για το ταξίδι αυτό σκότωνε φευγαλέες επιθυμίες
και έκανε αιματηρές οικονομίες
για να το πραγματοποιήσει.
Να πάει στο Παρίσι...

Και να,
που κάποια μέρα στα στερνά
το κατορθώνει.
Κι ένα πρωί μέσα στου τρένου ένα βαγόνι
για το Παρίσι μεθυσμένος ξεκινά.
Μα,
μόλις αντίκρισε μακριά τον πύργο του Άιφελ
ν' αχνοδιαγράφεται στο φόντο τ' ουρανού,
φριχτή μια σκέψη εισόρμησε στην κάμαρα
του νου.
Κι ύστερα; Κι ύστερα τι θα γινόταν;
Πώς θα μπορούσε πια να ζήσει
με δίχως τη λαχτάρα αυτή για το Παρίσι;
Γιατί ένιωθε τώρα καλά πως όταν
σε λίγο στο Παρίσι θα βρισκόταν
μέσα σ' ελάχιστο διάστημα ασφαλώς,
θα το βαριόταν.
Και τότε;

Και τότε
πήρε μια τεράστια απόφαση
που ως τώρα δεν ευρέθηκε να του τη συγχωρέσει
κανείς.

Αντί να προχωρήσει στο Παρίσι
κατέβηκε σ' ένα προάστιο
στο Σαιν Ντενίς.
Και το πρωί από την ίδια οδό
ξανάρθε εδώ.
Και τώρα, σαν και τότε προτού φύγει πάλι.
με μια λαχτάρα σαν και πριν μεγάλη,
μιλάει και λέει παντού, πως έχει ορίσει
μοναδικό
μες στη ζωή του ιδανικό
να πάει στο Παρίσι"

Ορέστης Λάσκος, 1908-92

Σάββατο 28 Φεβρουαρίου 2009

Ντεκλαρασιόν

Ζηλότυπα το μυστικό μου,

υπομονή κάνε καρδιά,

το φύλαξα και στ΄ όνειρό μου,

όταν σε δω δεν λέω μιλιά.

Ίσως μια μέρα όμως, καλή μου,

δεν θα μπορέσω να κρυφτώ,

ή θάν΄ καλύτερα, αλλοί μου,

μια και μου είναι αυτό γραφτό,

όλο με μιας να το φωνάξω

και στον καθένα να το πω,

ρίμες χωρίς να συνταιριάξω,

αγάπη μου, πως σ΄ αγαπώ!

Τώρα όμως κάλλιο να λουφάξω,

ίσως και δεν είναι καιρός,

ακόμα να γινώ γαμπρός!


Άγγελος Βογάσαρης : Πωλ Νορ 1899-1981

Αυτό το ποίημα κρύβει κάποιο μυστικό. Γράφτηκε και δημοσιέυτηκε την περίοδο του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου. Πριν διαβάσετε τις επόμενες σειρές, ρίξτε ξανά μια ματιά στο ποίημα. Αν δεν το βρήκατε να σας το πω. Διβάστε την ακροστιχίδα. Έστω και ανορθόγραφα, το μυστικό αποκαλύπτεται.

Κυριακή 22 Φεβρουαρίου 2009

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΙΣΤΗ

Εκεί που η μάχη πέρασε
ο έρμος απλώνει κάμπος.
Έρμος κι εκείνος κείτεται
μες του βραδιού το θάμπος.

Μ' ένα βόλι κατάστηθα.
Ο δύστυχος βογγάει,
βυθίζεται, ονειρεύεται,
σιγά παραμιλάει -

της γυναίκας του το όνομα:
"Σύ 'σαι Μάρθα;... η πληγή μου,
μην κλαίς και δε με πόνεσε...
αχ! Μαρθούλα, παιδί μου".

Κοιμήθη. Η νύχτα ζύγωσε
και σα μάνα διπλώνει
το στρατιώτη σε σάβανο
από κατάσπρο χιόνι.

-Κοιμήσου παληκάρι μου!
θα κρύψω το κορμί σου
στα πούπουλα, μην έρθουνε
και σ' έβρουνε. Κοιμήσου!

"Μη 'ρθουν και σε ξυπνήσουνε,
μή σ' έβρουνε και γιάνεις
και μάθεις ποιός αγκάλιαζε
τη Μάρθα και πεθάνεις".


Κ. Καρθαίος (φιλολογικό ψευδώνυμο του Κλ. Λάκωνα) 1878-1955

Τετάρτη 11 Φεβρουαρίου 2009

ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΗ ΕΣΠΕΡΙΣ

Στης Χρήσταινας της καφετζούς προχθές νωρίς - νωρίς
μια φιλολογική εδόθη εσπερίς.
Ο Φώτης ο μπαλωματής για έναν τσαγκάρη Τήνιο
έκανε μία κρίση.
Η Κώσταινα εμίλησε για τη μπουγάδα και την πλύση
κι επεκαλέσθη και τον Πλίνιον.
Έπειτα ο Στραβάραπας με στυλ Μεταξουργείου
ομίλησε πρί Θεοδοσίου...
Κατόπιν ο Κρεμανταλάς, που τον φωνάζουν και Γρουσούζη,
πλανόδιος από ετών,
που με τη ζέστη πάντοτε πουλά το κρύο - μπούζι,
έκανε μία διάλεξη περί των νέων ποιητών.
Ο Χρήστος ο Αμανετζής ομίλησε περί του Μπαχ
εν σχέσει με το αχ! και βαχ!
Ο κανονιέρης ο Στρατής περί Δανίας και Δανών
κι ο καρβουνιάρης ο Λουκάς περί λευκών μικρών κλινών.
Η Διαμαντούλα έπειτα με μια εισήγηση λαμπρά,
ανέλυσε τον Ντεκομπρά
και είπε και περί φωτός και ουρανού ενάστρου,
και τέλος η κυρία Κάστρου*
κρατούσα ε γ χ ε ι ρ ί δ ι ο ν περί φιλοσοφίας,
μετά μεγάλης ευφραδείας
και μετά χάριτος απείρου
απήγγειλε τ ε μ ά χ ι α εκ του Ομήρου.



Η κυρία Κάστρου είναι η "πεθερά" που μελέτησε και εκτέλεσε πριν από πολλά χρόνια ένα στυγερό έγκλημα κατά του γαμπρού της (τον τεμάχισε). Πρόκειται για τον Αθανασόπουλο. Σε αυτόν αναφέρονται και τα λόγια ενός λαϊκού τραγουδιού, που λέει:
"καημένε Αθανασόπουλε τι σούμελλε να πάθεις
κι από κακούργα πεθερά τα νιάτα σου να χάσεις..."

Στίχοι από παλιά αποκριάτικη επιθεώρηση του Τίμου Μωραϊτίνη.
Μια και πλησιάζουν οι αποκριές είπα κι εγώ να τον τιμήσω με αυτή την αναδημοσίευση.

Πέμπτη 29 Ιανουαρίου 2009

Αντιθέσεις

Είναι μιαν ώρα, μια στιγμή, που με κυκλώνουνε οι λυγμοί,

και πάω να κλάψω δυνατά, να λυτρωθώ απ΄ τα βάσανα,

σ΄ αυτή την όμορφη βραδιά, να κλάψω για όλα τα παιδιά

που μες τους δρόμους τριγυρνούν, απόκληρα, πεντάρφανα.



Ιδού! ο μικρός μας Θοδωρής κι ο πιο μεγάλος ο Ριρής,

στο πεζοδρόμι κάθουνται, χαζεύουν και καπνίζουνε,

πιο πέρα ο Φάνης κι ο Τοτός, που τους παιδεύει ο πυρετός,

βρωμολογούν και βλαστημούν, γελούνε και δακρύζουνε.



Και κάποιος μορφινομανής, γιος της μαντάμας της Φανής,

– σκιάχτρο και φάντασμα χλωμό, σαράβαλο κ΄ ερείπιο –

περνάει μπροστά τους σιωπηλά, τους αντικρύζει και γελά,

με τ΄ άθλιο παντελόνι του και το πουκάμισο το τρύπιο.



Και μες τη σάλαν η κυρά, πλημμυρισμένη από χαρά,

παίζει Μπετόβεν και Σοπέν, πιανίσσιμο και φόρτε,

μερακλωμένη τραγουδά κ΄ έχει στο πλάι το λαδά,

που προσπαθεί πολύ κουτά να της σερβίρει κόρτε.-



Από τη συλλογή "Τα σφυρίγματα του αλήτη"

Τεύκρος Ανθίας, Κύπριος ποιητής, 1904-68

Κυριακή 25 Ιανουαρίου 2009

Το Μπαλουκλί

Σαράντα μέρες πολεμά ο Μωχαμέτ να πάρει
την Πόλη την μεγάλη.
Σαράντα μέρες έκαμεν ο 'γούμενος το ψάρι
στα χείλη του να βάλει.
Απ' τες σαράντα κι ύστερα, πεθύμησε να φάγει
τηγανισμένο ψάρι.
–Αν μας φυλάγ' η Παναγιά καθώς μας' εφυλάγει,
την Πόλη ποιος θα πάρει;
Ρίχτει τα δίχτυα στον γιαλό, τρία ψαράκια πιάνει,
–Θεός να τα βλογήσει!
Το λάδι βάλλει στην φωτιά μες στ' αργυρό τηγάνι,
για να τα τηγανίσει.
Τα τηγανίζ' από την μια, και πα' να τα γυρίσει
κι από το άλλο μέρος.
Ο παραγιός του βιαστικά πετά να του μιλήσει
και τάχασεν ο γέρος!
–Μην τηγανίζεις, γέροντα, και μόσχισε το ψάρι
στην Πόλη την μεγάλη!
Την Πόλη την εξακουστή οι Τούρκοι έχουν πάρει,
μας κόβουν το κεφάλι!
–Στην Πόλη Τούρκου δεν πατούν κι Αγαρηνού ποδάρια!
Με φαίνεται σαν ψεύμα!
Μ' αν είν' αλήθεια το κακό, να σηκωθούν τα ψάρια
να πέσουν μες στο ρεύμα!
Ακόμ' ο λόγος βάσταγε, τα ψάρι' απ' το τηγάνι,
την μια μεριά ψημένα,
πηδήξανε κι επέσανε στης λίμνης την λεκάνη,
γερά, ζωντανεμένα.
Ακόμ' ως τώρα πλέουνε, κόκκιν' από το μέρος,
όπου τα είχε ψήσει.
Φυλάγουν το Βυζάντιο ν' αναστηθεί κι ο γέρος
να τ' αποτηγανίσει.

Γεώργιος Βιζυηνός.

Με το όνομα Ζωοδόχος Πηγή του Μπαλουκλί ή Παναγία η Μπαλουκλιώτισσα φέρεται ιερό χριστιανικό αγίασμα, που βρίσκεται στην Κωνσταντινούπολη, έξω από τη δυτική πύλη της Σηλυβρίας. Εκεί υπήρχαν τα λεγόμενα «παλάτια των πηγών», στα οποία οι βυζαντινοί αυτοκράτορες παραθέριζαν την Άνοιξη. Πήρε την ονομασία από το τουρκικό όνoμα Balik (=ψάρι) και περιλαμβάνει το μοναστήρι (όπου στέφθηκε αυτοκράτορας ο Ιουστινιανός) την εκκλησία και το αγίασμα. Μια παράδοση λέει ότι την ώρα που έπεσε η Πόλη στα χέρια των Τούρκων, ένας καλόγερος στο εκεί μοναστήρι, ενώ τηγάνιζε ψάρια (είχαν τηγανισθεί από τη μια μεριά κι ετοιμαζόταν να τα γυρίσει και από την άλλη), έμαθε το θλιβερό μαντάτο. Δεν το πίστεψε και είπε αν είναι αλήθεια, να σηκωθούν τα ψάρια και να πέσουν στο ποτάμι και κατά την παράδοση, πραγματικά αυτό έγινε. Από τότε οι επισκέπτες βλέπαν μισοκόκκινα (μισοτηγανισμένα) ψάρια. Μάλλον πρόκειται για ποικιλία μπαρμπουνιών. Σχετικό με αυτή την παράδοση είναι και ένα ποίημα του Γ. Βιζυηνού με τίτλο «το Μπαλουκλί». Ο σημερινός επισκέπτης θα δει στον περίβολο του ναού και πολλούς τάφους Πατριαρχών.