ΜΗΝΕΣ ΠΟΛΛΟΥΣ ΕΠΕΡΑΣΑ
Μήνες πολλούς επέρασα μέσα σε υγρές παράγκες
μαζί με τη φτωχολογιά, μ' αρρώστιες και μ' ανάγκες.
Δεν είχε εκείνη η γειτονιά γαρδένιες ή άλλα τέτοια,
πού 'ναι γι' αριστοκρατικό ρουθούνι μαραφέτια.
Λάσπη και βρώμα ήταν εκεί, ψυχές βασανισμένες
πού 'χαν αρχαία ονόματα, Μερόπες, Μελπομένες.
Σε μηχανές εδούλευαν, φορούσαν κάτι τσίτια,
ποιος ξέρει αν τα θυμούντανε τα πατρικά τα σπίτια.
Μια το μικρό της αδερφό νανούριζε στο λίγο
το φως, την άκουγα, η καρδιά δεν μού 'κανε να φύγω.
"Νάνι, μικρό μου κι ορφανό, νάνι, μωρό μου, κάμε
κι άμα ξυπνήσεις το πρωί στην αγορά θα πάμε.
Η μάνα τους εβιάστηκε να ξαπλωθεί στο χώμα
κι αυτή τα δεκατέσσερα δεν τά 'χε κλείσει ακόμα.
(από τη συλλογή: Σιγανή Φωτιά )
Γιώργος Κοτζιούλας (1909- 1956)