Πέμπτη 29 Ιανουαρίου 2009

Αντιθέσεις

Είναι μιαν ώρα, μια στιγμή, που με κυκλώνουνε οι λυγμοί,

και πάω να κλάψω δυνατά, να λυτρωθώ απ΄ τα βάσανα,

σ΄ αυτή την όμορφη βραδιά, να κλάψω για όλα τα παιδιά

που μες τους δρόμους τριγυρνούν, απόκληρα, πεντάρφανα.



Ιδού! ο μικρός μας Θοδωρής κι ο πιο μεγάλος ο Ριρής,

στο πεζοδρόμι κάθουνται, χαζεύουν και καπνίζουνε,

πιο πέρα ο Φάνης κι ο Τοτός, που τους παιδεύει ο πυρετός,

βρωμολογούν και βλαστημούν, γελούνε και δακρύζουνε.



Και κάποιος μορφινομανής, γιος της μαντάμας της Φανής,

– σκιάχτρο και φάντασμα χλωμό, σαράβαλο κ΄ ερείπιο –

περνάει μπροστά τους σιωπηλά, τους αντικρύζει και γελά,

με τ΄ άθλιο παντελόνι του και το πουκάμισο το τρύπιο.



Και μες τη σάλαν η κυρά, πλημμυρισμένη από χαρά,

παίζει Μπετόβεν και Σοπέν, πιανίσσιμο και φόρτε,

μερακλωμένη τραγουδά κ΄ έχει στο πλάι το λαδά,

που προσπαθεί πολύ κουτά να της σερβίρει κόρτε.-



Από τη συλλογή "Τα σφυρίγματα του αλήτη"

Τεύκρος Ανθίας, Κύπριος ποιητής, 1904-68

Κυριακή 25 Ιανουαρίου 2009

Το Μπαλουκλί

Σαράντα μέρες πολεμά ο Μωχαμέτ να πάρει
την Πόλη την μεγάλη.
Σαράντα μέρες έκαμεν ο 'γούμενος το ψάρι
στα χείλη του να βάλει.
Απ' τες σαράντα κι ύστερα, πεθύμησε να φάγει
τηγανισμένο ψάρι.
–Αν μας φυλάγ' η Παναγιά καθώς μας' εφυλάγει,
την Πόλη ποιος θα πάρει;
Ρίχτει τα δίχτυα στον γιαλό, τρία ψαράκια πιάνει,
–Θεός να τα βλογήσει!
Το λάδι βάλλει στην φωτιά μες στ' αργυρό τηγάνι,
για να τα τηγανίσει.
Τα τηγανίζ' από την μια, και πα' να τα γυρίσει
κι από το άλλο μέρος.
Ο παραγιός του βιαστικά πετά να του μιλήσει
και τάχασεν ο γέρος!
–Μην τηγανίζεις, γέροντα, και μόσχισε το ψάρι
στην Πόλη την μεγάλη!
Την Πόλη την εξακουστή οι Τούρκοι έχουν πάρει,
μας κόβουν το κεφάλι!
–Στην Πόλη Τούρκου δεν πατούν κι Αγαρηνού ποδάρια!
Με φαίνεται σαν ψεύμα!
Μ' αν είν' αλήθεια το κακό, να σηκωθούν τα ψάρια
να πέσουν μες στο ρεύμα!
Ακόμ' ο λόγος βάσταγε, τα ψάρι' απ' το τηγάνι,
την μια μεριά ψημένα,
πηδήξανε κι επέσανε στης λίμνης την λεκάνη,
γερά, ζωντανεμένα.
Ακόμ' ως τώρα πλέουνε, κόκκιν' από το μέρος,
όπου τα είχε ψήσει.
Φυλάγουν το Βυζάντιο ν' αναστηθεί κι ο γέρος
να τ' αποτηγανίσει.

Γεώργιος Βιζυηνός.

Με το όνομα Ζωοδόχος Πηγή του Μπαλουκλί ή Παναγία η Μπαλουκλιώτισσα φέρεται ιερό χριστιανικό αγίασμα, που βρίσκεται στην Κωνσταντινούπολη, έξω από τη δυτική πύλη της Σηλυβρίας. Εκεί υπήρχαν τα λεγόμενα «παλάτια των πηγών», στα οποία οι βυζαντινοί αυτοκράτορες παραθέριζαν την Άνοιξη. Πήρε την ονομασία από το τουρκικό όνoμα Balik (=ψάρι) και περιλαμβάνει το μοναστήρι (όπου στέφθηκε αυτοκράτορας ο Ιουστινιανός) την εκκλησία και το αγίασμα. Μια παράδοση λέει ότι την ώρα που έπεσε η Πόλη στα χέρια των Τούρκων, ένας καλόγερος στο εκεί μοναστήρι, ενώ τηγάνιζε ψάρια (είχαν τηγανισθεί από τη μια μεριά κι ετοιμαζόταν να τα γυρίσει και από την άλλη), έμαθε το θλιβερό μαντάτο. Δεν το πίστεψε και είπε αν είναι αλήθεια, να σηκωθούν τα ψάρια και να πέσουν στο ποτάμι και κατά την παράδοση, πραγματικά αυτό έγινε. Από τότε οι επισκέπτες βλέπαν μισοκόκκινα (μισοτηγανισμένα) ψάρια. Μάλλον πρόκειται για ποικιλία μπαρμπουνιών. Σχετικό με αυτή την παράδοση είναι και ένα ποίημα του Γ. Βιζυηνού με τίτλο «το Μπαλουκλί». Ο σημερινός επισκέπτης θα δει στον περίβολο του ναού και πολλούς τάφους Πατριαρχών.

Τρίτη 13 Ιανουαρίου 2009

Πρέβεζα

Θάνατος είναι οι κάργες που χτυπιούνται
στους μαύρους τοίχους και τα κεραμίδια,
θάνατος οι γυναίκες, που αγαπιούνται
καθώς να καθαρίζουνε κρεμμύδια.

Θάνατος οι λεροί, ασήμαντοι δρόμοι
με τα λαμπρά, μεγάλα ονόματά τους,
ο ελαιώνας, γύρω η θάλασσα, κι ακόμη
ο ήλιος, θάνατος μες στους θανάτους.

Θάνατος ο αστυνόμος που διπλώνει
για να ζυγίσει μια «ελλειπή» μερίδα,
θάνατος τα ζουμπούλια στο μπαλκόνι,
κι ο δάσκαλος με την εφημερίδα.

Βάσις, Φρουρά, Εξηκονταρχία Πρεβέζης.
Την Κυριακή θ' ακούσουμε την μπάντα.
Επήρα ένα βιβλιάριο Τραπέζης
πρώτη κατάθεσις δραχμαί τριάντα.

Περπατώντας αργά στην προκυμαία,
«Υπάρχω;» λες, κ' ύστερα «δεν υπάρχεις!»
Φτάνει το πλοίο. Υψωμένη σημαία.
Ισως έρχεται ο Κύριος Νομάρχης.

Αν τουλάχιστον, μέσα στους ανθρώπους
αυτούς, ένας επέθαινε από αηδία...
Σιωπηλοί, θλιμμένοι, με σεμνούς τρόπους,
θα διασκεδάζαμε όλοι στην κηδεία.

Κώστας Καρυωτάκης 1896-1928

Παρασκευή 9 Ιανουαρίου 2009

Άτιτλο

Κάτω στου Μήτσου τον τεκὲ
Κάναν οι μπάτσοι μπλόκο,
Και βρήκαν ντουμανότρυπες
Κι ένα γιαπὶ λουλάδες,
Πενηνταδυὸ διμούτσουνες
Και δεκαοχτὼ μαρκούτσια.
Σουρτά, σουρτὰ με μπαμπεσιὰ
Ζυγώσαν οι ρουφιάνοι
Με ζούλα ήρθαν οi πούστηδες
Και μας ἐβαναν μπροστά:
Τσιμπήσαν πρώτα το Μπαλήν
Όπου φυλούσε τσίλλιες
Και μπήκαν στο τσαρδάκι μας
Και μας τα κάναν λίμπα!
Πήραν τις ντουμανότρυπες
Πήραν και τους λουλάδες,
Πήραν και τις διμούτσουνες
Τα δεκαοχτὼ μαρκούτσια
καὶ Πήραν τους ντερβίσηδες
Και στο πλεκτὸ τους πάνε,
Πήραν το Μίκα το Ντουρντῆ
Το τζὲ του Νταλαβέρη
Το Μπάρμπουλα, το Μπόρμπουλα
Και το Μπαλή το Μήτσο
Πήραν και το Ντερτιλή
Το Ντάτα το θηρίο
Πούκαντε πέντε στην Παλιὰ
Και δώδεκα στ᾿ Ανάπλι
Κι όντας τσακίζεται
Λέει: Όφ, τ᾿ αδερφάκι!
........................................

Τα ποιήματα της σκιάς 1939-1943

Λαπαθιώτης Ναπολέων 1888-1944